
Πόσο καιρό έχεις να εμπιστευτείς τη θλίψη?
απ’ όταν το σώμα έπαψε να εκβάλλει, υγρή, την ερμαφρόδιτη έλξη της επιθυμίας
για να στερούμαι τώρα την ωραιότερη μέθη που είναι εκείνη της σαρκός σου
και τη στιγμή που το ηδύποτο της ρευστής σιωπής σου εκχύνει το μηριαίο ποίημα μου
το βαθύ εκείνο άρωμα της νιότης ευαγγελίζει το όνομά σου, «Σύλβια»,
μες στις οπές του φεγγαριού είτε στους κρότους των δακτύλων σου
Κι’ ήταν το σώμα σου ο περίτεχνος δεσμός του αδάμαντα γύρω από τις κινήσεις των καρπών μου
τ’ αγγίγματά σου στης απαγόρευσης εντάσσονταν, τα τιμαλφή, κι εγώ η λήσταρχος της αίσθησης
με το κορμί μου να εκπορθεί το ίδιο μου το λάφυρο
Γιατί στη θάλασσα άκληρη τρεφόμουν με την εμβρυϊκή τη μνήμη σου καθώς διείσδυες
γυμνή, κάπως με κόμη ολόχρυση να δογματίσεις τα νερά, την αντανάκλαση, πέρα απ’ το σχίσμα
το προαιώνιο της αργυρής σελήνης
Μόνη αντίζηλός σου ήταν αλμύρα
με το έξαλλο γλυφό της νύχτας να τραυματίζει τη μελίρρυτη κόμη της αυγής
απ’ όταν το σώμα έπαψε να εκβάλλει, υγρή, την ερμαφρόδιτη έλξη της επιθυμίας
για να στερούμαι τώρα την ωραιότερη μέθη που είναι εκείνη της σαρκός σου
και τη στιγμή που το ηδύποτο της ρευστής σιωπής σου εκχύνει το μηριαίο ποίημα μου
το βαθύ εκείνο άρωμα της νιότης ευαγγελίζει το όνομά σου, «Σύλβια»,
μες στις οπές του φεγγαριού είτε στους κρότους των δακτύλων σου
Κι’ ήταν το σώμα σου ο περίτεχνος δεσμός του αδάμαντα γύρω από τις κινήσεις των καρπών μου
τ’ αγγίγματά σου στης απαγόρευσης εντάσσονταν, τα τιμαλφή, κι εγώ η λήσταρχος της αίσθησης
με το κορμί μου να εκπορθεί το ίδιο μου το λάφυρο
Γιατί στη θάλασσα άκληρη τρεφόμουν με την εμβρυϊκή τη μνήμη σου καθώς διείσδυες
γυμνή, κάπως με κόμη ολόχρυση να δογματίσεις τα νερά, την αντανάκλαση, πέρα απ’ το σχίσμα
το προαιώνιο της αργυρής σελήνης
Μόνη αντίζηλός σου ήταν αλμύρα
με το έξαλλο γλυφό της νύχτας να τραυματίζει τη μελίρρυτη κόμη της αυγής
© Αγγελική Κορρέ
